Γενάρης


Γενάρης
[генарис] ουσ. а. январь

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "Γενάρης" в других словарях:

  • Γενάρης — ο ο Ιανουάριος, ο πρώτος μήνας τού έτους. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. Ianuarius Κατ άλλους, ο τ. Γενάρης προήλθε παρετυμολογικά από τη λ. γέννα διότι κατ αυτόν τον μήνα γεννούν τα πρόβατα τέλος, παρετυμολογικά συνδέεται η λ. Γενάρης με τη γέννα τού… …   Dictionary of Greek

  • Γενάρης — ο ο μήνας Ιανουάριος: Οι αλκυονίδες μέρες τουΓενάρη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ιανουάριος — I Ο πρώτος μήνας του γρηγοριανού ημερολογίου. Πήρε την ονομασία του από τον θεό των Ρωμαίων, Ιανό. Ο Νουμάς Πομπίλιος προσέθεσε τον Ι. στην ενδέκατη θέση στο έτος του Ρωμύλου, που μέχρι τότε απαρτιζόταν από δέκα μήνες. Ο Ι. άλλαξε πολλές φορές… …   Dictionary of Greek

  • βρέχτης — ο [βρέχω] 1. αυτός που φέρνει βροχές («Γενάρης χιονιστής, Φλεβάρης βρέχτης») 2. η υδρορροή της στέγης 3. δοχείο των σιδηρουργών που το χρησιμοποιούν στην κατάβρεξη του πυρακτωμένου μετάλλου …   Dictionary of Greek

  • ghenarie — GHENÁRIE s. v. ianuarie. Trimis de siveco, 13.09.2007. Sursa: Sinonime  ghenárie s.m. – Ianuarie. – var. g(h)en(u)ar(ie). Mr. g’inar. sl. genarii, din ngr. γενάρης (Cihac, II, 119). În locuit modern de ianuarie, din lat. ianuarius. Trimis de… …   Dicționar Român

  • Ιανουάριος — ο ο πρώτος μήνας του έτους, ο Γενάρης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)